ἐπιχώννυμι

ἐπιχώννῡμι and [suff] ἐπι-ύω,
A heap up,

Ἀρχ.Ἐφ. 1923.39

(Oropus, iv B.C.);

τὰ περιμήκιστα τῶν ὀρῶν Ph.1.405

;

νεκρῷ θῖνα γῆς Plu.Art.18

;

τούτοις γῆν ἐπιχώσας IG14.1746.13

:—[voice] Pass.,

ἐ. τὸ ἔδαφος ἐπὶ τὴν λίμνην Arist. Mir.837b11

; βωμὸς ἐπικεχωσμένος Arg.S.Ph.
II fill up,

τὴν δίοδον Thphr.HP9.3.2

;

τάφρον X.Eph.4.6

;

τοὺς λιμένας D.S.13.107

codd.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επιχώννυμι — ἐπιχώννυμι και ἐπιχωννύω (AM) καλύπτω με χώμα, ενταφιάζω αρχ. 1. σχηματίζω τύμβο, σωρό χώματος επάνω στον τάφο τού νεκρού 2. γεμίζω με χώμα τάφρο, δίοδο κ.λπ. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + χώννυμι «συσσωρεύω, στοιβάζω»] …   Dictionary of Greek

  • επίχωμα — το (AM ἐπίχωμα) [επιχώννυμι] επισώρευση χώματος και άλλων υλικών σε κάποια θέση για ανύψωση τής επιφάνειας τού εδάφους ή για την πλήρωση κοιλωμάτων, τάφρων κ.λπ. νεοελλ. όγκος χώματος μπροστά στο χαράκωμα για προστασία από τις βολές τού πεζικού …   Dictionary of Greek

  • επίχωση — η (AM ἐπίχωσις) [επιχώννυμι] επιχωμάτωση νεοελλ. βαθμιαία εξαφάνιση γήινου ανάγλυφου κάτω από τα ίδια του τα αποσαθρώματα μσν. εξόγκωση, μεγαλοποίηση …   Dictionary of Greek

  • προσεπιχώννυμι — Α [ἐπιχώννυμι] επισωρεύω κι άλλο χώμα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.